Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2016

Ο Ανθρωπάκος (Απολογία)

Αποτέλεσμα εικόνας για ανθρωπάκος


Ι

Δριμύ κατηγορώ
στην πλάνη της ακριβής ζωής μας,
η κάθε σου λέξη,
φίλε…
Σκηνές αρχαίου δράματος
στου νου μας την πιστή διαδρομή
η νόθη φωνή σου για αφύπνιση.
Αξιολόγηση στης σκέψης ,
της ηθικής αξίας,
του ανελεύθερου είναι μας,
η πάγια τακτική
του ύψιστου θεωρητικού σου πεδίου.
Ο κόσμος
της μίζερης πραγματικότητας,
του αχαλίνωτου
ηδονικού ευδαιμονισμού,
της απολεσμένης μας ύπαρξης,
μαστίζει τη σκέψη σου,
άσπιλε φίλε...
Σαν παρωδία κυλά η ζωή μας,
κι εμείς,
θεατές του ονείρου
της ώριμης νιότης,
διαβαίνουμε δίπλα μας.
Χωρίς θεό, η ψυχή μας βουβή,

σφαδάζει με πόνο και αιμορραγεί.
Ο θάνατος αλυχτά με παύσεις
απευθύνοντας κάλεσμα
στην εγκλωβισμένη πορεία
προς τη λύτρωση…
της ύλης μας…
φίλε…



IΙ

Του λόγου η δριμύτητα
κατευνάζει τα πάθη
της φλογισμένης σου ύπαρξης
που περιλούζεται με της ζωής
τον ανελέητο πόνο
 και αιμορραγεί.
Φωνή βροντερή,
δραματικό παρόν σε ταινία τρόμου
που ανακυκλώνεται και ανακυκλώνει
το λάθος της εποχής.
«Μια φυλακή για τη σκέψη,
να απαλλαχτώ από σένα,
καταραμένη, ζήτω…»
Του παραλόγου η λήθη
μνημονεύει ιδέες θαμμένες, νεκρές,
η ανάγκη του χτες
επιβάλλεται αύριο.
«Καρδιά μου γιατί φτερουγίζεις;»
Πάνω στο στρατί σου
αδικημένε φίλε
να γράψεις με δωρική γραφή
και μέλανα ζωμό
μια φράση που να στοιχειώνει
το χώμα που πλάστηκες.
Για ποια τιμή, για ποια πατρίδα μιλάς;
ελευθερία; δημοκρατία; δίκαιο;
«Ονειροπόλε μου φίλε»…
«Σ΄ αγαπώ»...
 «Τα πάντα ρει»…
εναρμονισμένα και ατελεύτητα.
Ακροβατείς στον ορίζοντα
της λογικής σου.
Η δύση πλημμυρίζει
διαθλώμενο φως
τα ιδεατά σου πιστεύω.
Αγγίζεις το όλο,
το υπέρτατο νόημα της ύπαρξης,
«εν οίδα ότι ουδέν οίδα»,
 αδελφέ.
Αμόλυντε φίλε
είναι μακρύς ο δρόμος...
Αφουγκράσου τη σιωπή
και θα γευτείς ηδονικά το τέλος.
«Ζωή μου γιατί με προσπερνάς» ;
«Ψυχή μου γιατί δε σε φτάνω» ;
«Έμαθα να υποκρίνομαι…»
Μια σκέψη μουγκή ,
αναστατώνει της σκέψης τον έβενο.
Αυτό είμαστε φίλε,
ένα λάθος,
το ιδανικό τους άλλοθι,
για τα ιδανικά που μας τάξανε,
τα ιδανικά σου όνειρα
που προδώσανε και σε αφήσανε.
«Μην οργίζεσαι φίλε, οργίστηκα και εγώ»…
δεν είναι το μάταιο,
το ανώφελο είναι.
Με τα φτερά σου καμένα
πώς να πετάξεις, να πας που;
Της προσευχής σου το λάθος
το ξέρουν καλά
και καρτερούν
και με άλλα λάθη να το βαρύνουν.
«Θα αντέξουμε καλέ μου φίλε;»
«Εγώ δεν ξέρω»…
«Εσύ»;
Στο μεταίχμιο;



ΙΙΙ

Και ξάφνου τα πάντα τελείωσαν…
ένα ράπισμα ηδονής και πόνου.
Κοιτάζεις στο βάθος της φυλακής σου,
ο Τσε σου κλείνει το μάτι
κι’ ένα πανί κυανό και λευκό
κείτεται ασάλευτο,
καρφωμένο με ατσάλι να μην αποδράσει.
Έτσι έχει… ο νόμος…
«Εγώ πόσο κοστίζω;» «εσύ;» «εμείς;»
Το ξεθωριασμένο σου είδωλο
ξεφεύγει από το κάλεσμα,
λυτρώνεται.
Η πηγή στέρεψε.
Κρύα δάκρυα ιδρώτα
περιλούζουν το κορμί,
σαν σκέπτεσαι.
Μια βόλτα βραδινή
χωρίς φεγγάρι στα σύννεφα.
Ερωτοτροπείς με τον Άδη.
Δεν διαθέτεις όμως
τον οβολό του ταξιδιού,
το περατίκι…
είσαι αδύναμος
και αυτός σε εμπαίζει.
Αιώνια καταδίκη σε λήθαργο.
«Το φως του προμηθέα δεν είναι για μας»...
Τι ειρωνεία, και εσύ που πίστεψες…
το λυχνάρι τρεμοσβήνει
και μαζί με αυτό και η ψυχή σου.
«Πόσο να κοστίζει άραγε;»
Τίποτα.
«Πόσα δίνεις;»
Τίποτα.
Από το μηδέν ξεκινάς και φτάνεις στο άπειρο.
Στο μέτρημα πάνω σκοντάφτεις.
Κλείνεις τα μάτια και πέφτεις.
Στην άβυσσο.
Έβενος γύρω.
Το λυχνάρι τρεμοσβήνει,
μια σπίθα ελπίδας
να ντύνει τη γύμνια σου,
μια σπίθα ζωής
να φωτίζει τα όνειρα σου…
μαζί με Εσένα;
Μάταιο;



IV

Κοιτάζεις μες τα μάτια το χτες
 και βλέπεις το σήμερα,
χλωμό και απρόσωπο…
Δυο ιππότες  μπρος στο πλήθος μονομαχούν,
οι πανοπλίες γυαλίζουν
στο φως του ήλιου
και τα σπαθιά διασταυρώνονται με ορμή
κρούοντας ένα μεταλλικό κάλεσμα.
Το μένος του ατσαλιού…
Ξάφνου ο ένας παραπατά
και ο άλλος με βλέμμα μοχθηρό
γελά σαρκαστικά
και τον πληγώνει θανάσιμα.
Έχει διαφυλάξει το κύρος του,
είναι ο αδιαμφισβήτητος θριαμβευτής
σε μια μάχη κυριαρχίας.
Το άβουλο πλήθος χειροκροτεί.
Άραγε ξέρει γιατί;
Τα φερέφωνα διαλαλούν με ιαχές
το χαρμόσυνο και συνάμα θλιβερό μαντάτο.
Η υποκρισία φαντάζει αγέρωχη
μέσα στα λούσα και τη χλιδή.
Με ένα στεφάνι κλεμμένο από τη δόξα,
να χρυσαφίζει ανάμεσα
στα λιγοστά μαλλιά,
ο νικητής χαμογελά ειρωνικά στο πλήθος
και υποκλίνεται αδιάφορα.
Σαν και χτες το σήμερα,
σαν το σήμερα το αύριο,
μέσα στο υγρό κελί του τρόμου,
της πλουτοκρατίας,
του απολεσμένου είναι μας.
Αποπροσανατολισμένο το πλήθος
από το ιδανικό,
παραπαίει σε ένα λήθαργο
ηδονής και λύπης.
«Θεέ μου ποιος θα μας σώσει;»
Μια σταγόνα από αίμα κυλά
και βάφει τον ουρανό.
Ένα αστέρι πλανάτε και ιριδίζει
στο κατακόκκινο γιόμα.
Είναι το μήνυμα;



V

Κατακλυσμός εικόνων και ήχων
σφυροκοπούν τους δέκτες σου,
ώρες ατέλειωτες,
μέρες κενές,
νύχτες ανήλεες.
Κινηματογραφικά,
ξετυλίγονται εμπρός σου,
 αναμνήσεις και όνειρα
του μέλλοντος καιρού.
Ανήλιαγα σοκάκια
μιας παραμυθοχώρας,
ντυμένα στα βαθυγάλανα
μεταξωτά της ίριδας,
τα μάτια της αγάπης
σε συντροφεύουν.
Φωτεινά, ασύγκριτα ηλιοβασιλέματα,
στου ηφαιστείου το νησί, 
χαμογελούν….
Λαβα φωτός
ορμητικά αγκαλιάζει
της ψυχής το άδυτο κενό
που απαστράπτει
στο ημίφως.
Αιθεροβάμονα θεέ,
που αναζητάς τη λύτρωση
στης αναζήτησης το ανεξήγητο
και ξαγρυπνάς σε τόπους άβατους,
πορεία αμόλυντη
από τις ηδονές του σήμερα.
Αιχμάλωτε άνθρωπε,
στο διασκεδαστήριο που ξενυχτάς
της μέθης το παραλήρημα
σε τελματώνει…
Κι έπειτα, αφουγκράσου
την ψαλμωδία της σιωπής και…
σώπασε.
Μην απαιτείς.
Τα πολλά στους λίγους
και τα λίγα στους πολλούς.
Ιδανική κατάληξη στις επιθυμίες τους .
Παγιδευμένος στα θέλω σου
πώς να αντιδράσεις;
Αδύναμε άνθρωπε επαναστάτησε.
Αιχμάλωτε άνθρωπε τι με κοιτάς;



VI

Σκέψεις και αισθήματα.
Το αύριο, το χθες, ο πόνος, η αγάπη,
η μέρα φεύγει θλιμμένη.
Γύρω πολλοί κοιτούν αδιάφορα.
Που να ξέρουν τι σκέφτοσαι,
τι ελπίζεις και τι περιμένεις…
Ο καθένας το δρόμο του,
χωρίς οίκτο προχωρά ανελέητα
ποδοπατώντας κάθε τι
που θα βρεθεί στο διάβα του.
Ο εγωισμός πληγώνει.
Ματώνει τη σκέψη
μα πιο πολύ το είναι μας.
Λίγη συμπόνια και ένα φιλί.
Τι να σημαίνει ένα φιλί; 
Τον κόσμο όλο, το μέλλον μας,
μια στάλα ελπίδας για έπειτα.
Τόσο λίγο μα τόσο δύσκολο,
δεν είναι εύκολο να αγαπήσεις,
να νιώσεις τον άλλο,
όχι στα λόγια, μέσα σου.
Να σπας σε κάθε σου βήμα,
μα πάντα ψηλά, αλύγιστα,
να υπομένεις το δύσκολο.
Λόγια θα πουν, λόγια και μόνο.
Που ‘ ναι η προσπάθεια;
Η σκέψη, η κρίση, η αμφισβήτηση,
η ανείπωτη πίκρα του σημερα, και αύριο;
Θα δεις…
ζήσε στο σήμερα μα να είσαι στο αύριο,
 στον κόσμο του γέλιου,
της αιώνιας χαράς.
 Όνειρα, ουτοπίες, όχι.
Η θέληση πάντα νικά.
Δεν υπάρχει δε μπορώ, μόνο δε θέλω…
Μα όλοι ζητούν το εύκολο,
τον υποτιθέμενο παράδεισο της ύλης,
τη χαρά της άμετρης κατανάλωσης.
Υποσκελίζοντας το είναι μας,
προβάλλουμε την ηθική αναλγησία του καιρού,
τον κόσμο των ψευδαισθήσεων,
της μαζοποιημένης κουλτούρας,
της κατάπτωσης των αξιών,
μα που καιρός…
για περισυλλογή.
Όλα τρέχουν τόσο γοργά,
οι εξελίξεις…
πως μπορεί η πεπερασμένη μας κρίση
να επεξεργαστεί τα χιλιάδες μηνύματα;
Χάνεται, υπολειτουργεί,
αδυνατεί να συγκρίνει
και όμως… μπορεί.
Η ανουσία της προβολής τεράστια,
η επιλογή της ουσίας δύσκολη,
μα εφικτή.
Λίγη προσπάθεια αρκεί.
Δεν υπάρχει δε μπορώ, μόνο δε θέλω…



VII

Πάνω στα ράφια τους
πολλά χαρτιά πεταμένα,
στυλό, μελάνι μαύρο,
σα το κενό του πόνου σου.
Κανείς δεν ακούει, κανείς…
Τα όνειρα…
κλεισμένα μες τα συρτάρια τους.
Γραφειοκράτες
όλα στον τύπο μα τίποτε σωστό,
το κέρδος…
Κοιτάς στον καθρέπτη,
το αξύριστο πρόσωπο θυμίζει πολλά,
η εποχή της τρέλας,
όλα άσκοπα, ανώφελα…
Θα κάνεις αυτό…
«Όχι… δε συμβιβάζομαι!»
Πάντα σκεπτικός,
πάντα ελεύθερος,
η ελπίδα πάντα να μένει
όσο και αν σε τρυπούν
με τα φαρμακερά βέλη τους.
Πονάς μα δε το δείχνεις.
Έχεις συνηθίσει πια…
γιατί να τους κάνεις τη χάρη,
να ηδονίζονται;
Σε βλέπουν χλωμό,
δε μιλάνε,
σε βλέπουν βουβό,
τίποτα.
Μόλις γελάς, γελούν,
μα υποκρίνονται.
Σιγά μη χαίρονται,
μόνο λυπούνται,
γιατί φθονούν,
φθονούν τη χαρά σου,
γιατί εσύ και όχι αυτοί.
Τι θλιβερό…
Έσβησε η θλίψη σου,
γρήγορα θα ξαναρθεί,
μάθατε να ζείτε μαζί τα τελευταία χρόνια.
Μη ρωτήσεις γιατί,
το σύστημα,
όχι η φράση,
μα η ουσία,
την ουσία δε βρίσκουμε,
γι ‘αυτό προσπαθούμε,
 αλλά που…
οι εφησυχασμένοι
και οι ανήσυχοι,
τι από τα δυο;
Τίποτα.
Χαμένοι οι μεν,
ρομαντικοί οι δεύτεροι.
Δεν υπάρχει χώρος
για το συναίσθημα στις μέρες μας.
Μένεις απ’ έξω,
είσαι ο out,
δε κολλάς στη σκέψη τους,
δε συμφέρεις,
είσαι αντίθετος,
τους πονάς,
μα δε το δείχνουν,
δεν έχουν το θάρρος,
έχουν μάθει να υποκρίνονται,
να ζουν στο ψέμα,
όμως εσύ,
τον αγώνα σου…


VIII

Κλείνεις τα μάτια
να σφραγίσεις τον πόνο.
Εικόνες αβυσσαλέου τρόμου,
αβάσταχτα επαναλαμβανόμενες,
ατσάλινα καρφιά
που ριζώνουν
με πείσμα στην πληγή
να δροσιστούν
με πορφυρό νέκταρ.
Μια κραυγή
ξεγλιστρά ορμητικά,
παγωμένος χιονιάς
και κρυσταλλώνει το δάκρυ.
Κύματα ρίγους,
συγκλονίζουν το κάθε σου κύτταρο
σαν σκέφτεσαι…
Αλυσοδεμένος στο ανικανοποίητο,
απλώνεις το βλέμμα
στα βάθη του ατέρμονου,
ουρανού.
Γκριζόχρωμα σύννεφα
ζωγραφίζουν τοπία θολά,
μαγευτικές εικόνες
ξεθωριασμένου παραδείσου,
μα η πύλη κλειστή.
Σαν ψέμα, βυθίζεσαι στο ολόλευκο φως
και από κει αναδύεσαι,
προσμένεις το χρίσμα
της αιώνιας χαράς
και πλανεμένος φωλιάζεις στις αγκάλες
μιας δροσερής χίμαιρας και…
καίγεσαι.


Σιγάλας Μακάριος
από την ποιητική συλλογή Νέμεσις





Related Posts :



Δεν υπάρχουν σχόλια: