Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2014

Άλφα Κενταύρου

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Τίναξε η σκέψη της λύρας
τα κουρδίσματα τα μελωδικά
και πιάστηκε να μαλώνει
με τα φαρμάκια του έρωτα,
τα γλυκοστάλακτα.
Πα σε βωμούς πυρακτωμένους
σιγοκαίει το νυχτολούλουδο
και ευωδιάζει στ' άκουσμα
της ηδονικής φωνής της Αφροδίτης
που τα αιθέρια λόγια της
κρατάνε το ρυθμό
και ψάλλουν αηδόνια,
της Αρμονίας οι κοπέλες οι ροδοδάκτυλες.
Στης Ανδρομέδας τα περάσματα,
εκεί που πλάθονται τα παραμύθια τα μεθυστικά
και μοσχοβολούν οι ψυχές από τον πόθο
για μελλούμενους καιρούς ανέμελους.
Εκεί που ο τοξοβόλος σαν άνεμος
χυμάει φυσομανώντας,
λυγάει τις ιτιές και τις βελανιδιές
τις σέρνει σε χορό,
με το μαγευτικό τραγούδι του.
Λάμπει η σελήνη η χρυσοφώτεινη
και αρπάζει το λαούτο
για να μοιράσει βάσανα,
στα αλμυρά πελάγη και στις χώρες
τις γιρλαντοστολισμένες, τις αταίριαστες.
Εκεί που τράνταξε ο εγκέλαδος ο τρανός
και ξεψυχήσαν τα οράματα
στο Άλφα του Κενταύρου το πεδίο συναγμένα,
μια χάλκινη μοιρολογίστρα αλυχτά.
Τώρα σαν τότε, στα χρόνια της χολέρας,
που άρπαξε τον μαύρο του χιτώνα ο μαντατοφόρος
και το αδηφάγο τέρας του υλισμού
σκοτείνιασε με φθορά
την γλυκιά δροσιά
της άνοιξης της γλυκόπιοτης,
γέμισε ιδρώτα τις αγνές πηγές.
Έμεινες δω τριγύρω, να κείτεσαι έρημος,
μαλώνοντας με τα φαρμάκια του έρωτα
τα γλυκοστάλακτα,
να αναπολείς τις τρυφερές ματιές
και τις σταλαγματιές του δρόσου τις βελούδινες.
Έμεινες δω μονάχος, να ξενυχτάς τα σύμπαντα
με το κελαηδητό της λύρας
και τα κουρδίσματα της τα μελωδικά.


Σιγάλας Μακάριος
από την ποιητική συλλογή


Εις πεδίον Άλφα Κενταύρου



Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2014

Οίκοθεν αναπαραστάσεις

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΙΚΟΙΑ  
Κατοπτρικές ανακλάσεις 
χλωμόθωρου φέγγους, 
απείθαρχου,
καντήλι που σώνεται 
και αναδύει τις μνήμες του άδυτου, 
τις νεκρικές.
Σα σε γιορτή ψευδαισθήσεων
 χορεύουν εικόνες ηλιόθαμπες,  
ματιές που κείτονται αιώνες 
στα βότσαλα του πεισματάρη χρόνου,
αραγμένες ξερολιθιές μαυροτράγανες 
που εντυπώνουν το αέναο.
Μια κόρη κουτσή χορεύει 
μπάλο αντικριστό, απέριττο,  
λικνίζεται ανάμεσα 
σε πυραμιδικά ανάγλυφα απ΄ τα πρώιμα
και σιγοψιθυρίζει άσματα
κελαρυστά, πρωτοειπωμένα.
Του απόηχου η ολοκλήρωση, 
της κλίμακος η ανάβαση,
η κακοτράχαλη, 
που ατέρμονα ξεγυμνώνει με κρότο,
την υπερφίαλη φύση 
του ανθρώπινου, του ατελούς.
 Η ματαιότητα, μωρουδιακά αρώματα 
και χιλιοτυπωμένες αράδες,
 σε πάπυρο κενό, επιτοίχια στολίσματα 
και άνθη ξερά, βαλσαμωμένα.
 Σπειροειδής αναπαραστάσεις  
από το κλάμα ενός ιππόκαμπου
που ξεμοναχιάστηκε 
στις κορυφές των άστρων να σκιαμαχεί.
Στοιχειωμένες ψυχές, 
δεμένες με μαύρη κλωστή, 
μεταξοΰφαντη,
στα ανούσια τεχνολογικά επιτεύγματα, 
τα ηλεκτρικά,
που πλαισιώνουν το άδειο του σήμερα, 
το άδειο του κενού.
Τρεις κάκτοι ξεροί 
μετρούν με τα βλοσυρά τους βλέμματα
της ανυπαρξίας τον όνειδο, 
το ανώφελο φέγγος του υλικού
και προσκυνούνε το πυρ, 
αλαφιασμένοι σπινθήρες καύσης
μιας πανάρχαιας τιμωρίας  
για όσους προδοθήκαν και γίναν…


επαίτες αιώνιας ζωής.


Σιγάλας Μακάριος
από την ποιητική συλλογή


Εις πεδίον Άλφα Κενταύρου